Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2007

Ο στρατηγός να πάει σήμερα με τα πόδια


Παραμονή πρωτοχρονιάς γνωριστήκαμε του 199..,όταν ο Κωστής Παπαγιώργης έμενε στο Χαλάνδρι κι εγώ στον Χολαργό.Τον πρωτοσυνάντησα σε μια ρεβεγιόν που οργάνωσε κοινή μας φίλη και έκτοτε μας ένωσε βαθιά φιλία.Με αφορμή τον Κωστή,ήρθα σε επαφή με όλους τους τότε φίλους και γνωστούς του,άσημους και διάσημους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών όπως ο Στέλιος ο Ράμφος,ο Ευγένιος Αρανίτσης αλλά κι ο Περικλής Γουλάκος ο ζωγράφος,ο Γιώργος Σιδερής ο ποιητής κ.α.Πολλά πρωινά πήγαινα σπίτι του,σε μια μικρή μονοκατοικία στο κάτω Χαλάνδρι κληροδότημα των γονιών του και ατέλειωτες συζητήσεις διασκέδαζαν τις αγωνίες μου και γλύκαιναν τον ενοχικό χαρακτήρα μου.Λέγαμε και κανένα τραγούδι.Του άρεσε θυμάμαι που κάποιος ειδικός βρέθηκε επί τέλους ν΄ αναγνωρίσει το ταλέντο του γιατί ο Παπαγιώργης τραγουδάει πολύ ωραία,αλλά τότε νόμιζε πως ήταν φάλτσος.Ωστόσο όμως,κάθε φορά που πήγαινα εκεί συνέβαινε το εξής αστείο που πάντα θα μένει χαραγμένο στη μνήμη μου.Ένα ελικόπτερο που πετούσε σε χαμηλό ύψος,την ίδια πάντα ώρα πάνω απ το σπίτι,διέκοπτε κάθε επικοινωνία και κατέλυε για λιγα δευτερόλεπτα την ζεστή συναναστροφή μας._ Περνάει ο στρατηγός,μου έλεγε και γελούσαμε.Πολύ κοντά απ το σπίτι ήταν το πεντάγωνο. Όπως όλα όμως τα ωραία τελειώνουν κάποτε στη ζωή,έτσι κι αυτή η γλυκιά συντροφιά τέλειωσε,Ευτυχώς όμως χωρίς να διακοπεί η ωραία και ακριβή φιλία μας.Ο Κωστής μετακόμισε στο κέντρο,στην Αθήνα,στο σπίτι των ονείρων του όπου ζει κάποια χρόνια τώρα κι εγώ έμεινα στον Χολαργό,να προσπαθώ πια μόνος μου να τιθασεύω τη χολή και τους θυμούς μου.Θα έλεγα ότι όλα εξελίχθηκαν φυσιολογικά και διευθετήθηκαν μια χαρά.Η μικρή κι ωραία μονοκατοικία επισκευάστηκε και βάφτηκε για να κατοικήσει ο φίλος Τάσος με τη γυναίκα του,ο κήπος φυτεύτηκε και κυρίως το μεγάλο γιασεμί στην πρόσοψη του σπιτιού,στέκει ακόμα αγέρωχο να θυμίζει ότι εκεί μένουν άνθρωποι γλυκείς και ευγενικοί σαν το άρωμά του.Βεβαίως ο στρατηγός περνάει ακόμα τα πρωινά και προχθές με την πυρκαγιά της Παρνηθάς αναρωτήθηκα:Δεν θα μπορούσε ο στρατηγός σήμερα να πάει με τα πόδια στο Επιτελείο και το ελικόπτερο να πάει να επιβλέψει στον Εθνικό Δρυμό που κινδυνεύει;

Η Γιαγιά η Ελένη η Ανδριώτισσα

Πήγαινε στην Άνδρο, όχι καταχείμωνο, Αύγουστο μήνα,και ξανοίξου νύχτα πάνω απ το Γαύριο στα ξεροβούνια, τότε θα καταλάβεις την ιστορία που μας έλεγε η γιαγιά μας η Ελένη η Ανδριώτισσα για τον παππού της.
Αν σκεφτεί κανείς ότι η γιαγιά μου είχε γεννηθεί το 1902,συμπεραίνει πως η ιστορία αυτή έλαβε χώρα περί τα μέσα ή τέλη του προηγούμενου αιώνα, τότε δηλαδή που οι κοινωνίες ήταν μικρές, γεωργοί ή κτηνοτρόφοι, χωρίς ηλεκτρισμό, που πάλευαν με τα στοιχεία της φύσεως , εξαρτιόνταν άμεσα απ αυτήν και που η ζωή τους ήταν γεμάτη από θρύλους και δοξασίες. Τότε που την φαντασία και την πραγματικότητα δεν χώριζε το βαθύ ποτάμι της επιστήμης. Τότε οι άνθρωποι πίστευαν βαθειά στον θεό και όλα τα μυστήρια της ζωής τα έλυνε η θρησκεία. Έφτανε κάποιος να πει ότι είδε τον Αϊ-Γιώργη χθες βράδυ να καλπάζει στον κάμπο και όλο το χωριό έπεφτε στα γόνατα και σταυροκοπιόταν. Την ιστορία διηγείται ο παπάς του χωριού Μυρμηγκιές,ο παππούς της γιαγιάς μου.
Ένα βράδυ ήρθαν και ειδοποίησαν τον παπά για κάποιον άρρωστο που είχε βαρύνει πολύ και έπρεπε οπωσδήποτε να κοινωνήσει. Πήρε λοιπόν το μουλάρι κι άρχισε να κατεβαίνει για να φτάσει σε κάποιο απ τα διπλανά χωριά. Ήταν χειμώνας, φυσούσε ένας αέρας που οι κορυφές των δέντρων ακουμπούσαν στη γη. Νύχτα σκοτεινή πήγαινε ο παπάς στην πλαγιά. Ποιό κάτω ο δρόμος έστριβε και ακολουθούσε την όχθη του ποταμού. Τι ποτάμι; Χαράδρα βαθειά. Εκεί που περπάταγε το μουλάρι κάτι ακούστηκε μέσα απ την ρεματιά σαν κλάμα μωρού, το ζώο σήκωσε τα δυο μπροστινά του πόδια αρνούμενο να προχωρήσει, τότε ξανακούστηκε το κλάμα του μωρού πιο δυνατό που ο αέρας το ‘κανε ν’ ακούγεται σα να ‘ναι δίπλα.«Μνήσθητί μου Κύριε!», λέει ο παπάς, «ποιοί αμαρτωλοί άφησαν το βρέφος στο ποτάμι!» Ξεκαβαλίκεψε και πήρε σιγά-σιγά να κατεβαίνει το γκρεμό μες το σκοτάδι να φτάσει κάτω στη ρεματιά. Όταν έφτασε πια τι να δει; Ένα μωρό μες τις πάνες να ‘χει σκάσει στο κλάμα.«Πω, πω αμαρτία», λέει ο παπάς, σκύβει και παίρνει το μωρό στην αγκαλιά του.«Ω, ω, ω, ω, ω, του κάνει για να το ηρεμήσει « Χριστός και Παναγία, ω ,ω, ω,». Κάπως λέει άρχισε να συνέρχεται. Κοίταξε ο παπάς το παιδί, τα μάτια του ήταν κόκκινα σαν αναμμένα κάρβουνα. «Ω, ω, ω, ω», έκανε και το παιδί σα να νανουρίζεται.«Ω, ω, ω, ω», και η φωνή του βάραινε σιγά-σιγά και πώς,άρχισε να μεγαλώνει μες την αγκαλιά του.«Ιησούς Χριστός νικάει…» λέει ο παπάς και τ’ αφήνει απ’ τα χέρια του.«Ω, ω, ω, ω,» έκανε το μωρό μόνο του. Ποιο μωρό; Ήταν ο ίδιος ο Σατανάς, που ψήλωνε-ψήλωνε και πήρε σιγά-σιγα να περπατάει ανηφορίζοντας το ποτάμι.« Ω, ω, ω, ω, ακουγόυαν τώρα από μακριά ώσπου χάθηκε απ’ τα μάτια του. Κι εκεί μες’ τη βαθειά χαράδρα άκουσε το ω, ω, ω, που γινότανε σιγά-σιγά χα, χα, χα.«Χα, χα, χα, χα,» τον κορόιδευε λέει διάβολος. Τι ΄ άλλο μπορούσε να κάνει στον ευλαβή ιερέα.«Χα, χα, χα, χα αντηχούσε το απόκοσμο γέλιο του μες τη λαγκαδιά ώσπου έσβησε πέρα μακριά, στα όρη στ’ άγρια βουνά.
Φέτος το καλοκαίρι- όχι χειμώνα, Αύγουστο μήνα- επισκέφτηκα για πρώτη φορά τα μέρη που γεννήθηκε η γιαγιά μου. Ένα βράδυ που φύσαγε δυνατός αέρας κυκλαδίτικος, βγήκα και περπάτησα νύχτα στα ξεροβούνια πάνω απ’ το Γαύριο. Θυμήθηκα αυτή την ιστορία που έλεγε η γιαγιά η Ελένη. Φέτος το καλοκαίρι, Αύγουστο μήνα με μελτέμια…